Επιστήμονες καταγγέλλουν τις «χρυσές» μπίζνες των επιστημονικών δημοσιεύσεων

| upd 16 Ιανουαρίου 2018 12:46
0
14

Παντού κλέ­φτες… Τα κρά­τη χρη­μα­το­δο­τούν τις έρευ­νες, τα ευρή­μα­τα των ερευ­νών κατα­λή­γουν σε χέρια ιδιω­τών, από όπου τα κρά­τη ξανα­πλη­ρώ­νουν για να τα πάρουν. Ένας ακό­μα πανέ­ξυ­πνος τρό­πος να εκμε­ταλ­λεύ­ο­νται δημό­σια αγα­θά.

Οι επι­στή­μο­νες δημο­σιεύ­ουν τα συμπε­ρά­σμα­τα των ερευ­νών τους -κατά το μεγα­λύ­τε­ρο ποσο­στό οι έρευ­νες χρη­μα­το­δο­τού­νται από κρα­τι­κά κον­δύ­λια- δίνο­ντας τις εργα­σί­ες τους στους εκδό­τες δωρε­άν. Ο εκδό­της στη συνέ­χεια, πλη­ρώ­νει επι­στη­μο­νι­κούς συντά­κτες που κρί­νουν εάν η εργα­σία αξί­ζει να δημο­σιευ­θεί και τσε­κά­ρουν τη σύντα­ξη του άρθρου, αλλά ο κύριος όγκος της συντα­κτι­κής δου­λειάς -ο έλεγ­χος της επι­στη­μο­νι­κής εγκυ­ρό­τη­τας και της αξιο­λό­γη­σης των πει­ρα­μά­των- γίνε­ται από επι­στή­μο­νες οι οποί­οι προ­σφέ­ρουν την εργα­σία τους εθε­λο­ντι­κά.

Μετά οι εκδό­τες πωλούν το «προ­ϊ­όν» σε δημό­σιες βιβλιο­θή­κες και δημό­σια πανε­πι­στή­μια, με σκο­πό την ενη­μέ­ρω­ση των επι­στη­μό­νων, οι οποί­οι, γενι­κώς μιλώ­ντας, είναι εκεί­νοι που σε πρώ­το επί­πε­δο δημιούρ­γη­σαν το «προ­ϊ­όν».

Είναι σαν να ζητού­σε το New Yorker ή ο Economist από τους δημο­σιο­γρά­φους να γρά­φουν και να επε­ξερ­γά­ζο­νται ο ένας τα ρεπορ­τάζ του άλλου δωρε­άν και μετά να έστελ­ναν τον λογα­ρια­σμό στο κρά­τος.

Ακο­λου­θεί σχε­τι­κό άρθρο από Το Ποντί­κι:

Πηγή: topontiki.gr

Tα τελευ­ταία χρό­νια, και λόγω δια­δι­κτύ­ου, παρα­τη­ρεί­ται ένας καται­γι­σμός δημο­σιεύ­σε­ων επι­στη­μο­νι­κών ερευ­νών. Αρκε­τές εξ αυτών μάλι­στα είναι — του­λά­χι­στον — αμφι­λε­γό­με­νες, όμως κεντρί­ζουν το ενδια­φέ­ρον των ανα­γνω­στών. Πίσω από αυτό το φαι­νό­με­νο βρί­σκε­ται ένα απί­στευ­τα κερ­δο­φό­ρο ολι­γο­πώ­λιο με κέρ­δη που ξεπερ­νούν αυτά της Google, της Apple και της Amazon. Πώς η «βιο­μη­χα­νία των δημο­σιεύ­σε­ων» κατευ­θύ­νει την επι­στη­μο­νι­κή έρευ­να και για­τί οι επι­στή­μο­νες, μετα­ξύ αυτών και δύο νομπε­λί­στες, κάνουν λόγο για ένα «διε­φθαρ­μέ­νο σύστη­μα».

Το 2011, ο Claudio Aspesi, σύμ­βου­λος επεν­δύ­σε­ων της Bernstein Research στο Λον­δί­νο, έβα­λε στοί­χη­μα ότι η εται­ρεία που ηγεί­ται μίας από τις πλέ­ον προ­σο­δο­φό­ρες βιο­μη­χα­νί­ες του κόσμου, ήταν έτοι­μη να συντρι­βεί. Η Reed-Elsevier, ο πολυ­ε­θνι­κός εκδο­τι­κός κολοσ­σός θεω­ρού­νταν η χαρά του επεν­δυ­τή. Ήταν από τους (λίγους) εκδο­τι­κούς ομί­λους που κατά­φε­ραν να δια­χει­ρι­στούν επι­τυ­χώς τη μετά­βα­ση στο δια­δί­κτυο, ενώ πρό­σφα­τη έκθε­ση της εται­ρεί­ας δεν προ­έ­βλε­πε τίπο­τα λιγό­τε­ρο από ακό­μη ένα έτος ανά­πτυ­ξης. Ωστό­σο, ο Aspesi είχε λόγους να πιστεύ­ει ότι η εν λόγω πρό­βλε­ψη ήταν λαν­θα­σμέ­νη.

Πυρή­νας του Elsevier είναι τα επι­στη­μο­νι­κά περιο­δι­κά, οι επι­στη­μο­νι­κές επι­θε­ω­ρή­σεις όπου οι ερευ­νη­τές δημο­σιεύ­ουν τα απο­τε­λέ­σμα­τά των ερευ­νών τους, σε εβδο­μα­διαία ή μηνιαία βάση. Με άλλα λόγια, το Elsevier B.V. είναι εται­ρεία ακα­δη­μαϊ­κών εκδό­σε­ων που εκδί­δει επι­στη­μο­νι­κά έργα. Με βάση το Άμστερ­νταμ, η εται­ρεία λει­τουρ­γεί στη Βρε­τα­νία, στις ΗΠΑ, στο Μεξι­κό, την Βρα­ζι­λία, την Ισπα­νία, την Γερ­μα­νία και αλλού. Τα προ­ϊ­ό­ντα της εται­ρεί­ας είναι επι­στη­μο­νι­κά περιο­δι­κά όπως το The Lancet και το Cell, αλλά επί της ουσί­ας ελέγ­χει πάνω από 1.000 επι­στη­μο­νι­κές εκδό­σεις, καθι­στώ­ντας την εται­ρεία τον μεγα­λύ­τε­ρο εκδο­τι­κό οίκο επι­στη­μο­νι­κών άρθρων στον κόσμο.

Παρά το γεγο­νός ότι θεω­ρη­τι­κά απευ­θύ­νε­ται σε ένα ειδι­κό κοι­νό, η επι­στη­μο­νι­κή δημο­σί­ευ­ση είναι «big business». Με έσο­δα που παγκο­σμί­ως υπερ­βαί­νουν τα 19 δισ. λίρες, η θέση της εται­ρεί­ας βρί­σκε­ται κάπου ανά­με­σα στους κολοσ­σούς της μου­σι­κής και του σινε­μά -τόσο μεγά­λο είναι το μέγε­θος της- με τη δια­φο­ρά ότι είναι πολύ πιο κερ­δο­φό­ρα.

Το 2010, ο κλά­δος των επι­στη­μο­νι­κών εκδό­σε­ων του Elsevier δήλω­σε κέρ­δη 724 εκα­τομ­μυ­ρί­ων λιρών και έσο­δα 2 δισε­κα­τομ­μυ­ρί­ων λιρών, που σημαί­νει 36% υψη­λό­τε­ρα κέρ­δη από αυτά που δήλω­σαν τη χρο­νιά εκεί­νη η Apple, η Google και η Amazon.

Σύμ­φω­να ωστό­σο με τον Guardian, το επι­χει­ρη­μα­τι­κό μοντέ­λο του Elsevier είναι ένα ιδιό­τυ­πο παζλ. Για να βγά­λει χρή­μα­τα ένα περιο­δι­κό, για παρά­δειγ­μα, πρέ­πει να καλύ­ψει μία σει­ρά δαπα­νών: Να πλη­ρώ­σει αυτούς που γρά­φουν τα άρθρα, τους συντά­κτες στους οποί­ους έχει ανα­θέ­σει τη δια­μόρ­φω­ση και τον έλεγ­χο των κει­μέ­νων, αυτούς οι οποί­οι ανα­λαμ­βά­νουν τη δια­νο­μή του τελι­κού προ­ϊ­ό­ντος σε συν­δρο­μη­τές και λια­νο­πω­λη­τές κλπ. Πρό­κει­ται για έναν δαπα­νη­ρό κύκλο εργα­σιών, εξού και τα επι­τυ­χη­μέ­να περιο­δι­κά δεν απο­φέ­ρουν κέρ­δη πάνω από 12% έως 15%.

Το «περίεργο σύστημα τριπλών πληρωμών»

Ο τρό­πος για να κερ­δί­σει κανείς χρή­μα­τα από ένα επι­στη­μο­νι­κό άρθρο είναι λίγο ως πολύ ίδιος, εκτός από το γεγο­νός ότι οι επι­στη­μο­νι­κές εκδό­σεις κατα­φέρ­νουν να καλύ­ψουν το μεγα­λύ­τε­ρο μέρος του πραγ­μα­τι­κού κόστους. Πώς το κάνουν αυτό;

Οι επι­στή­μο­νες δημο­σιεύ­ουν τα συμπε­ρά­σμα­τα των ερευ­νών τους- κατά το μεγα­λύ­τε­ρο ποσο­στό οι έρευ­νες χρη­μα­το­δο­τού­νται από κρα­τι­κά κον­δύ­λια- δίνο­ντας τις εργα­σί­ες τους στους εκδό­τες δωρε­άν. Ο εκδό­της στη συνέ­χεια, πλη­ρώ­νει επι­στη­μο­νι­κούς συντά­κτες που κρί­νουν εάν η εργα­σία αξί­ζει να δημο­σιευ­θεί και τσε­κά­ρουν τη σύντα­ξη του άρθρου, αλλά ο κύριος όγκος της συντα­κτι­κής δου­λειάς -ο έλεγ­χος της επι­στη­μο­νι­κής εγκυ­ρό­τη­τας και της αξιο­λό­γη­σης των πει­ρα­μά­των- γίνε­ται από επι­στή­μο­νες οι οποί­οι προ­σφέ­ρουν την εργα­σία τους εθε­λο­ντι­κά.

Μετά οι εκδό­τες πωλούν το «προ­ϊ­όν» σε δημό­σιες βιβλιο­θή­κες και δημό­σια πανε­πι­στή­μια, με σκο­πό την ενη­μέ­ρω­ση των επι­στη­μό­νων, οι οποί­οι, γενι­κώς μιλώ­ντας, είναι εκεί­νοι που σε πρώ­το επί­πε­δο δημιούρ­γη­σαν το «προ­ϊ­όν».

Είναι σαν να ζητού­σε το New Yorker ή ο Economist από τους δημο­σιο­γρά­φους να γρά­φουν και να επε­ξερ­γά­ζο­νται ο ένας τα ρεπορ­τάζ του άλλου δωρε­άν και μετά να έστελ­ναν τον λογα­ρια­σμό στο κρά­τος.

Όπως είναι αυτο­νό­η­το ο κύκλος αυτός προ­κα­λεί, αν μη τι άλλο, δυσπι­στία. Βρε­τα­νι­κή έκθε­ση κοι­νο­βου­λευ­τι­κής επι­στη­μο­νι­κής επι­τρο­πής του 2004 για τη βιο­μη­χα­νία επι­σή­μα­νε ότι «σε μια παρα­δο­σια­κή αγο­ρά οι προ­μη­θευ­τές πλη­ρώ­νο­νται για τα αγα­θά που παρέ­χουν».

Έκθε­ση της Deutsche Bank του 2005 ανα­φε­ρό­ταν στην πρα­κτι­κή χαρα­κτη­ρί­ζο­ντας την ως ένα «περί­ερ­γο σύστη­μα τρι­πλών πλη­ρω­μών», στο οποίο «το κρά­τος χρη­μα­το­δο­τεί το μεγα­λύ­τε­ρο μέρος της έρευ­νας, πλη­ρώ­νει τους μισθούς των περισ­σό­τε­ρων από αυτούς που ελέγ­χουν την ποιό­τη­τα της και στη συνέ­χεια αγο­ρά­ζει το μεγα­λύ­τε­ρο μέρος του δημο­σιευ­μέ­νου προ­ϊ­ό­ντος».

Οι επι­στή­μο­νες γνω­ρί­ζουν -πολύ καλά- ότι πρό­κει­ται για μια κακή συμ­φω­νία. Η επι­χεί­ρη­ση των δημο­σιεύ­σε­ων είναι «διε­στραμ­μέ­νη και περιτ­τή», έγρα­φε ο βιο­λό­γος του Berkeley, Michael Eisen σε άρθρο του 2003 για τον Guardian, δηλώ­νο­ντας ότι «πρό­κει­ται για σκάν­δα­λο».

Ο Adrian Sutton, φυσι­κός στο Imperial College, δήλω­σε ότι οι επι­στή­μο­νες «είναι όλοι δού­λοι στους εκδό­τες. Ποια άλλη βιο­μη­χα­νία λαμ­βά­νει τις πρώ­τες ύλες της από τους πελά­τες της, παίρ­νει τους ίδιους αυτούς πελά­τες για να κάνουν τον ποιο­τι­κό έλεγ­χο των υλι­κών και στη συνέ­χεια πωλεί τα ίδια υλι­κά πίσω στους πελά­τες σε μια υπερ­βο­λι­κά διο­γκω­μέ­νη τιμή;» (Εκπρό­σω­πος του RELX Group, όπως είναι η επί­ση­μη ονο­μα­σία του Elsevier από το 2015, είχε δηλώ­σει στον Guardian ότι τόσο η δική του εται­ρεία, όσο και άλλες «εξυ­πη­ρε­τούν την επι­στη­μο­νι­κή κοι­νό­τη­τα κάνο­ντας πράγ­μα­τα που χρειά­ζο­νται οι ερευ­νη­τές και τα οποία είτε δεν μπο­ρούν, είτε δεν κάνουν μόνοι τους, χρε­ώ­νο­ντας μία δίκαιη τιμή για την υπη­ρε­σία αυτή».)

Οι επιστήμονες συντονίζουν αναλόγως τις έρευνές τους

Πολ­λοί επι­στή­μο­νες εκτι­μούν επί­σης ότι ο εκδο­τι­κός αυτός κλά­δος ασκεί πάρα πολύ μεγά­λη επιρ­ροή στην επι­λο­γή των ερευ­νών, γεγο­νός που τελι­κά είναι κακό για την ίδια την επι­στή­μη. Οι επι­στή­μο­νες γνω­ρί­ζουν με ακρί­βεια ποιές εργα­σί­ες έχουν αυξη­μέ­νες πιθα­νό­τη­τες να πάρουν τον δρό­μο της δημο­σί­ευ­σης και συντο­νί­ζουν ανα­λό­γως τα συμπε­ρά­σμα­τα και τις παρα­τη­ρή­σεις τους.

Συνέ­πεια αυτού είναι ότι ναι μεν υπάρ­χει μια στα­θε­ρή ροή δημο­σιεύ­σε­ων, αλλά οι επι­στή­μο­νες δεν έχουν έναν ακρι­βή οδι­κό χάρ­τη του ερευ­νη­τι­κού πεδί­ου τους. Μπο­ρεί να κατα­λή­ξουν σε αδιέ­ξο­δα τα οποία συνά­δελ­φοί τους επι­στή­μο­νες έχουν ήδη αντι­με­τω­πί­σει, μόνο και μόνο επει­δή οι πλη­ρο­φο­ρί­ες για προη­γού­με­νες απο­τυ­χί­ες δεν βρί­σκο­νται στις σελί­δες των σχε­τι­κών επι­στη­μο­νι­κών δημο­σιεύ­σε­ων. Μελέ­τη του 2013, για παρά­δειγ­μα, ανέ­φε­ρε ότι οι μισές από όλες τις κλι­νι­κές μελέ­τες που διε­ξά­γο­νται στις ΗΠΑ δεν δημο­σιεύ­ο­νται σε καμία επι­στη­μο­νι­κή επι­θε­ώ­ρη­ση.

Σύμ­φω­να με τους επι­κρι­τές, το σύστη­μα αυτό στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα φρε­νά­ρει την επι­στη­μο­νι­κή πρό­ο­δο. Σε δοκί­μιο του 2008, ο δρ Neal Young των αμε­ρι­κα­νι­κών NIH, που χρη­μα­το­δο­τούν και διε­ξά­γουν ιατρι­κή έρευ­να, υπο­στή­ρι­ξε ότι, δεδο­μέ­νης της σημα­σί­ας που έχει για την κοι­νω­νία η επι­στη­μο­νι­κή και­νο­το­μία «είναι ηθι­κή επι­τα­γή να επα­νε­ξε­τά­σου­με τον τρό­πο με τον οποί­ον τα επι­στη­μο­νι­κά δεδο­μέ­να κρί­νο­νται και δημο­σιεύ­ο­νται».

Ο Claudio Aspesi επι­κοι­νώ­νη­σε με ένα δίκτυο 25 δια­κε­κρι­μέ­νων επι­στη­μό­νων και ακτι­βι­στών κατα­λή­γο­ντας στο συμπέ­ρα­σμα ότι η παλίρ­ροια ήταν έτοι­μη να στρα­φεί ενα­ντί­ον του Elsevier. Όλο και περισ­σό­τε­ρες ερευ­νη­τι­κές βιβλιο­θή­κες, οι οποί­ες αγο­ρά­ζουν περιο­δι­κά για τα πανε­πι­στή­μια, άρχι­σαν να κάνουν σαφές ότι οι προ­ϋ­πο­λο­γι­σμοί τους έχουν εξα­ντλη­θεί μετά από δεκα­ε­τί­ες συνε­χών ανα­τι­μή­σε­ων και να απει­λούν ότι θα ακυ­ρώ­σουν πακέ­τα συν­δρο­μών πολ­λών εκα­τομ­μυ­ρί­ων λιρών εκτός και αν το Elsevier έρι­χνε τις τιμές.

Κρα­τι­κοί οργα­νι­σμοί όπως τα αμε­ρι­κα­νι­κά Εθνι­κά Ινστι­τού­τα Υγεί­ας NIH και το Γερ­μα­νι­κό Ίδρυ­μα Ερευ­νών (DFG) δεσμεύ­θη­καν να δημο­σιεύ­ουν τις έρευ­νες τους δωρε­άν μέσω on-line περιο­δι­κών. Ο Aspesi εκτι­μού­σε ότι οι κυβερ­νή­σεις θα συμ­με­ρί­ζο­νταν τη θέση των οργα­νι­σμών, εξα­σφα­λί­ζο­ντας ότι η χρη­μα­το­δο­τού­με­νη από κρα­τι­κά κον­δύ­λια έρευ­να θα ήταν δωρε­άν δια­θέ­σι­μη σε κάθε πολί­τη.

Ωστό­σο, την επο­μέ­νη χρο­νιά, οι περισ­σό­τε­ρες βιβλιο­θή­κες ανα­νέ­ω­σαν τις συμ­βά­σεις τους με το Elsevier, ενώ οι κυβερ­νή­σεις απέ­τυ­χαν να προ­ω­θή­σουν ένα εναλ­λα­κτι­κό μοντέ­λο διά­δο­σης της έρευ­νας. Το 2012 και το 2013, το Elsevier παρου­σί­α­σε περι­θώ­ρια κέρ­δους άνω του 40%, απο­δει­κνύ­ο­ντας ότι, η εται­ρεία είχε έρθει για να μεί­νει και ότι ο Aspesi είχε κάνει λάθος στις προ­βλέ­ψεις του για αυτό το εξαι­ρε­τι­κά κερ­δο­φό­ρο ολι­γο­πώ­λιο.

Καθορίζοντας την επιστημονική κοινότητα

Όμως, το ζήτη­μα είναι ότι οι επι­στη­μο­νι­κές δημο­σιεύ­σεις έχουν εδώ και δεκα­ε­τί­ες καθο­ρί­σει την επι­στη­μο­νι­κή κοι­νό­τη­τα. Σήμε­ρα, κάθε επι­στή­μο­νας γνω­ρί­ζει ότι η καριέ­ρα του εξαρ­τά­ται από τις δημο­σιεύ­σεις του, και ότι, η επαγ­γελ­μα­τι­κή επι­τυ­χία του καθο­ρί­ζε­ται σε μεγά­λο βαθ­μό από τα ανα­γνω­ρι­σμέ­να ως έγκυ­ρα επι­στη­μο­νι­κά περιο­δι­κά. Η μακρά, αργή, σχε­δόν χωρίς κατεύ­θυν­ση ερευ­νη­τι­κή εργα­σία που υιο­θέ­τη­σαν μερι­κοί από τους πιο σημα­ντι­κούς επι­στή­μο­νες του 20ού αιώ­να δεν θεω­ρεί­ται πλέ­ον βιώ­σι­μη επι­λο­γή. Ο Βρε­τα­νός βιο­χη­μι­κός, Fred Sanger, ο οποί­ος προσ­διό­ρι­σε την αλλη­λου­χία βάσε­ων του DNA, αλλά είχε ελά­χι­στες δημο­σιεύ­σεις τις δύο δεκα­ε­τί­ες μετα­ξύ των βρα­βεί­ων Νόμπελ με τα οποία τιμή­θη­κε, το 1958 και το 1980, ίσως σήμε­ρα να μην είχε καμία τύχη.

Fred Sanger

Ακό­μη και επι­στή­μο­νες που αγω­νί­ζο­νται για να αλλά­ξουν τα πράγ­μα­τα, αγνο­ούν πότε και πώς μπή­καν τα θεμέ­λια του συστή­μα­τος αυτού: Η ιστο­ρία άρχι­σε στα χρό­νια του οικο­νο­μι­κού «boom» που ακο­λού­θη­σαν τον Δεύ­τε­ρο Παγκό­σμιο Πόλε­μο, όταν επι­χει­ρη­μα­τί­ες έχτι­σαν περιου­σί­ες παίρ­νο­ντας μέσα από τα χέρια των επι­στη­μό­νων τις προς δημο­σί­ευ­ση εργα­σί­ες και διευ­ρύ­νο­ντας την υπό­θε­ση των εκδό­σε­ων σε μία αδια­νό­η­τη για τα μέτρα της επο­χής κλί­μα­κα.

Όπως απο­δεί­χτη­κε, ουδείς ήταν εξυ­πνό­τε­ρος από τον Robert Maxwell (1923–1991), ο οποί­ος μετέ­τρε­ψε τα επι­στη­μο­νι­κά περιο­δι­κά σε μια θεα­μα­τι­κή μηχα­νή παρα­γω­γής χρή­μα­τος που στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, χρη­μα­το­δό­τη­σε την άνο­δό του στη βρε­τα­νι­κή κοι­νω­νία. Ο Maxwell εξε­λέ­γη βου­λευ­τής και μετε­ξε­λί­χθη­κε σε βαρώ­νο του Τύπου που αμφι­σβή­τη­σε ευθέ­ως τον Rupert Murdoch.

«Ξοδεύουμε ένα δισεκατομμύριο λίρες το χρόνο και παίρνουμε πίσω άρθρα»

Το επι­στη­μο­νι­κό άρθρο έχει ουσια­στι­κά γίνει ο μόνος τρό­πος για να φτά­σει η επι­στή­μη συστη­μα­τι­κά στο ευρύ κοι­νό. Όπως λέει ο Robert Kiley, επι­κε­φα­λής ψηφια­κών υπη­ρε­σιών στη βιβλιο­θή­κη του Wellcome Trust, του δεύ­τε­ρου μεγα­λύ­τε­ρου ιδιώ­τη χρη­μα­το­δό­τη στον τομέα της βιοϊ­α­τρι­κής έρευ­νας στον κόσμο «ξοδεύ­ου­με ένα δισε­κα­τομ­μύ­ριο λίρες ετη­σί­ως και παίρ­νου­με πίσω άρθρα».

«Η δημο­σί­ευ­ση είναι η έκφρα­ση της δου­λειάς μας. Μια καλή ιδέα, μια συζή­τη­ση, η αλλη­λο­γρα­φία, ακό­μη και από το πιο λαμπρό πρό­σω­πο του κόσμου… τίπο­τα δεν μετρά όσο μία δημο­σί­ευ­ση», λέει ο Neal Young των NIH. «Εάν ελέγ­χε­τε την πρό­σβα­ση στην επι­στη­μο­νι­κή βιβλιο­γρα­φία, είναι σαν να έχε­τε τον έλεγ­χο της επι­στή­μης».

Randy Schekman

«Στην αρχή της καριέ­ρας μου, κανείς δεν έδι­νε ιδιαί­τε­ρη σημα­σία πού είχες κάνει δημο­σί­ευ­ση, όμως όλα άλλα­ξαν το 1974 με το Cell» λέει στον Guardian ο Randy Schekman, καθη­γη­τής Μορια­κής Βιο­λο­γίς στο Berkeley και βρα­βευ­μέ­νος με Νόμπελ τo 2013. Το Cell (που σήμε­ρα ανή­κει στο Elsevier) ήταν ένα περιο­δι­κό που ξεκί­νη­σε από το Ινστι­τού­το Τεχνο­λο­γί­ας της Μασα­χου­σέ­της (MIT) για το νέο, ανερ­χό­με­νο τότε, πεδίο της μορια­κής βιο­λο­γί­ας.

Είναι δύσκο­λο να απο­τι­μή­σει κανείς τη δύνα­μη που ένας συντά­κτης των περιο­δι­κών αυτών έχει στη δια­μόρ­φω­ση της καριέ­ρας ενός επι­στή­μο­να ή, στην κατεύ­θυν­ση της ίδιας της επι­στή­μης. Όπως λέει ωστό­σο ο Schekman «Οι νέοι μου λένε συνε­χώς ‘αν δεν δημο­σιεύ­σω στο CNS (το κοι­νό αρκτι­κό­λε­ξο για τα Cell / Nature / Science, τα πιο έγκυ­ρα περιο­δι­κά Βιο­λο­γί­ας), δεν θα βρω δου­λειά’» συγκρί­νο­ντας την ανα­ζή­τη­ση δημο­σιεύ­σε­ων μεγά­λης επιρ­ρο­ής με τα τρα­πε­ζι­κά μπό­νους. «Η επιρ­ροή τους στην πορεία της επι­στή­μης είναι τερά­στια» επι­ση­μαί­νει o νομπε­λί­στας.

Στην ίδια γραμ­μή και ο βιο­λό­γος, βρα­βευ­μέ­νος με Νόμπελ Ιατρι­κής το 2002, Sydney Brenner: «Οι πανε­πι­στη­μια­κοί έχουν κίνη­τρο να κάνουν έρευ­νες που να αντα­πο­κρί­νο­νται στις απαι­τή­σεις των εκδο­τών» είχε δηλώ­σει σε συνέ­ντευ­ξη του 2014, απο­κα­λώ­ντας το σύστη­μα «διε­φθαρ­μέ­νο».

Κατά και­ρούς, οι επι­στή­μο­νες έθε­σαν υπό αμφι­σβή­τη­ση τη δια­δρο­μή αυτής της εξαι­ρε­τι­κά κερ­δο­φό­ρας επι­χεί­ρη­σης στην οποία παρέ­δι­δαν το έργο τους δωρε­άν, αλλά ήταν οι πανε­πι­στη­μια­κοί βιβλιο­θη­κο­νό­μοι που συνει­δη­το­ποί­η­σαν για πρώ­τη φορά την παγί­δα στην αγο­ρά που είχε στή­σει ο Maxwell. Οι βιβλιο­θη­κο­νό­μοι χρη­σι­μο­ποί­η­σαν πανε­πι­στη­μια­κά κεφά­λαια για να αγο­ρά­σουν περιο­δι­κά εξ ονό­μα­τος των επι­στη­μό­νων. Ο Maxwell το γνώ­ρι­ζε καλά. «Οι επι­στή­μο­νες δεν έχουν ιδιαί­τε­ρη συναί­σθη­ση των τιμών της αγο­ράς όσο άλλοι επαγ­γελ­μα­τί­ες, κυρί­ως επει­δή δεν ξοδεύ­ουν τα δικά τους χρή­μα­τα», δήλω­νε σε συνέ­ντευ­ξη του στο Global Business το 1988. Οι βιβλιο­θη­κά­ριοι ήταν κλει­δω­μέ­νοι σε μια σει­ρά χιλιά­δων μικρο­σκο­πι­κών μονο­πω­λί­ων.

Σε έκθε­ση του 2015, ο καθη­γη­τής Πλη­ρο­φο­ρι­κής του Πανε­πι­στη­μί­ου του Μόντρε­αλ, Vincent Larivière, κατέ­γρα­ψε ότι το Elsevier κατέ­χει το 24% της αγο­ράς επι­στη­μο­νι­κών εκδό­σε­ων, ενώ οι παλιοί συνερ­γά­τες του Maxwell, η εται­ρεία Springer και οι συμπα­τριώ­τες του, η Wiley-Blackwell, ελέγ­χουν από 12%. Οι τρεις αυτές εται­ρεί­ες αντι­προ­σω­πεύ­ουν το ήμι­συ της αγο­ράς.

Από τις αρχές του 2000, αρκε­τοί επι­στή­μο­νες υπο­στή­ρι­ξαν μια εναλ­λα­κτι­κή λύση στη δημο­σί­ευ­ση μέσω συν­δρο­μών που ονο­μά­ζε­ται «ανοι­κτή πρό­σβα­ση». Στην πρά­ξη, αυτό έχει τη μορ­φή ηλε­κτρο­νι­κής έκδο­σης, στην οποία οι επι­στή­μο­νες πλη­ρώ­νουν ένα ποσόν για να καλύ­ψουν τα έξο­δα σύντα­ξης, που εξα­σφα­λί­ζουν ότι η εργα­σία τους είναι ελεύ­θε­ρα προ­σβά­σι­μη. Ωστό­σο, παρά τη στή­ρι­ξη -όπως μετα­ξύ άλλων, από το Ίδρυ­μα Gates και το Wellcome Trust- μόλις το ένα τέταρ­το των επι­στη­μο­νι­κών άρθρων δια­τί­θε­ται ελεύ­θε­ρα.

Τα τελευ­ταία χρό­νια, η πιο ριζο­σπα­στι­κή κίνη­ση κόντρα στο status quo της εν λόγω αγο­ράς συν­δέ­ε­ται με έναν αμφι­λε­γό­με­νο ιστό­το­πο που ονο­μά­ζε­ται Sci-Hub, ένα είδος Napster για την επι­στή­μη, που επι­τρέ­πει σε οποιον­δή­πο­τε να κάνει δωρε­άν λήψη επι­στη­μο­νι­κών άρθρων. Δημιουρ­γός του είναι η Alexandra Elbakyan από το Καζακ­στάν, η οποία κρύ­βε­ται, καθώς βρί­σκε­ται αντι­μέ­τω­πη με κατη­γο­ρί­ες για πει­ρα­τεία και παρα­βί­α­ση πνευ­μα­τι­κών δικαιω­μά­των στις ΗΠΑ. «Η επι­στή­μη πρέ­πει να ανή­κει στους επι­στή­μο­νες και όχι στους εκδό­τες» γρά­φει σε μέιλ που έστει­λε στον Guardian. Σε επι­στο­λή της προς το δικα­στή­ριο, επι­κα­λέ­στη­κε το άρθρο 27 της Οικου­με­νι­κής Δια­κή­ρυ­ξης Ανθρω­πί­νων Δικαιω­μά­τω­ντου ΟΗΕ, υπο­στη­ρί­ζο­ντας το δικαί­ω­μα «να συμ­με­τά­σχει στην πρό­ο­δο της επι­στή­μης και τα οφέ­λη της».

Πηγή: tvxs.gr

*Οι από­ψεις του ιστο­λο­γί­ου δεν συμπί­πτουν απα­ραί­τη­τα με το περιε­χό­με­νο του άρθρου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας