Το «Μακεδονικό Ζήτημα» από τα τέλη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ως το 1939

Τι γράφει ο Στράβωνας για την αρχαία Μακεδονία;

| upd 16 Ιανουαρίου 2018 14:53
0
86

Η ελεύ­θε­ρη πρό­σβα­ση στο Αιγαίο από τις Σλα­βι­κές γει­το­νι­κές χώρες …απο­τε­λεί την ουσία του Μακε­δο­νι­κού. Τα μειο­νο­τι­κά, γλωσ­σι­κά κ.λπ. …είναι απλά προ­σχή­μα­τα. 

Ακο­λου­θεί σχε­τι­κό άρθρο από Το Πρώ­το Θέμα:

Πηγή: protothema.gr
  • Η ίδρυ­ση του βασι­λεί­ου Σέρ­βων, Κρο­α­τών και Σλο­βέ­νων
  • Τα χρό­νια του Μεσο­πο­λέ­μου
  • Η Γ’ Διε­θνής και το Μακε­δο­νι­κό

Τον τελευ­ταίο και­ρό , ήρθε πάλι στην επι­και­ρό­τη­τα το ζήτη­μα της ονο­μα­σί­ας της γει­το­νι­κής μας FYROM ή ΠΓΔΜ ή (Δημο­κρα­τί­ας) των Σκο­πί­ων κλπ. Η αλλα­γή στην κυβέρ­νη­ση των γει­τό­νων, το μομέ­ντουμ (που φαί­νε­ται ευνοϊ­κό για τη χώρα μας), ωθούν τις κυβερ­νή­σεις σε Αθή­να και Σκό­πια, να βρουν αμοι­βαία απο­δε­κτή λύση για το ακαν­θώ­δες ζήτη­μα της ονο­μα­σί­ας της FYROM.

Ήταν 1η Δεκέμ­βρη 1918, όταν ο αντι­βα­σι­λέ­ας Αλέ­ξαν­δρος, ανα­κή­ρυ­ξε την ίδρυ­ση του Βασι­λεί­ου των Σέρ­βων, Κρο­α­τών και Σλο­βέ­νων, που επι­κυ­ρώ­θη­κε λίγες μέρες αργό­τε­ρα από την κοι­νή Σύνο­δο της Σερ­βι­κής Εθνο­συ­νέ­λευ­σης και του Εθνι­κού Συμ­βου­λί­ου του Ζάγκρεμπ. (Να ανα­φέ­ρου­με με την ευκαι­ρία ότι οι Σέρ­βοι εμφα­νί­ζο­νται για πρώ­τη φορά με αυτό το όνο­μα το 822).

Μια σει­ρά από προ­βλή­μα­τα, με κυριό­τε­ρο αυτό των εθνο­τή­των, προ­κά­λε­σαν ανα­τα­ρά­ξεις στο νέο αυτό κρά­τος. Το 1929, έγι­νε η μετο­νο­μα­σία σε Γιου­γκο­σλα­βία και χωρί­στη­κε σε εννέα διοι­κη­τι­κές περι­φέ­ρειες (banovines), οι οποί­ες δεν είχαν τα ιστο­ρι­κά σύνο­ρα της καθε­μιάς. Μία από αυτές, ήταν και η Vardarska Banovina, που πήρε το όνο­μά της από το όνο­μα Βαρ­δά­ρης, με το οποίο είναι γνω­στός επί­σης ο ποτα­μός Αξιός. Περι­λάμ­βα­νε τα εδά­φη που σήμε­ρα ανή­κουν στη FYROM, αλλά και περιο­χές που σήμε­ρα ανή­κουν στο Κόσο­βο (όπως την πρω­τεύ­ου­σα του Πρί­στι­να) και άλλες που ανή­κουν στη Σερ­βία (όπως το Βρά­νιε και το Λέσκο­βατς).

Το καθε­στώς αυτό ίσχυ­σε ως το 1941. Το 1941 η Vardarska banovina κατα­λή­φθη­κε από τις δυνά­μεις του Άξο­να και καταρ­γή­θη­κε ως διοι­κη­τι­κή δομή. Τα εδά­φη της δια­μοι­ρά­στη­καν στην κατε­χό­με­νη από τα ναζι­στι­κά στρα­τεύ­μα­τα Σερ­βία, την Αλβα­νία και τη Βουλ­γα­ρία.

Με την απε­λευ­θέ­ρω­ση της Γιου­γκο­σλα­βί­ας και την ανά­δει­ξη του Josip Broz (Τίτο) ως ηγέ­τη της, η χώρα μετα­τρά­πη­κε σε ομο­σπον­δία (29/11/1945). Ένα από τα κρά­τη της, σύμ­φω­να με το Σύνταγ­μα, που εγκρί­θη­κε στις 31 Ιανουα­ρί­ου 1946, ήταν και η «Δημο­κρα­τία της Μακε­δο­νί­ας», που περι­λάμ­βα­νε το μεγα­λύ­τε­ρο μέρος από τα εδά­φη της Vardarska banovina (ένα μικρό μέρος τους εντά­χθη­κε στη Σερ­βία).

Τα χρόνια του Μεσοπολέμου

Όπως είναι γνω­στό, στη διάρ­κεια των Βαλ­κα­νι­κών πολέ­μων, το μεγα­λύ­τε­ρο μέρος της Μακε­δο­νί­ας, ενσω­μα­τώ­θη­κε στην υπό­λοι­πη Ελλά­δα. Υπήρ­χαν όμως πόλεις όπως το Μονα­στή­ρι (κυρί­ως ), η Στρώ­μνι­τσα, το Μορί­χο­βο κ.ά., όπου ζού­σαν και διέ­πρε­ψαν επί αιώ­νες πλη­θυ­σμοί ελλη­νι­κής κατα­γω­γής στη συντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία τους. Έτσι, στο Μονα­στή­ρι (σημ. Bitola), το 1913, σε σύνο­λο 42.000 κατοί­κων, οι 24.000 ήταν Έλλη­νες.

Στην Ελλά­δα δόθη­κε το 51,57% του εδά­φους της Μακε­δο­νί­ας (34.603 τ.χλμ), στη Γιου­γκο­σλα­βία 38,32% (25.714 τ.χλμ) και στη Βουλ­γα­ρία 10,11% (6.789 τ.χλμ).

Το 1914, η χώρα μας αρνή­θη­κε να ταχθεί στο πλευ­ρό των Γερ­μα­νών και των συμ­μά­χων τους, αν και δέχθη­κε ιδιαί­τε­ρα δελε­α­στι­κές προ­τά­σεις. Συγκε­κρι­μέ­να, στις 5/8/1914, ο Γερ­μα­νός πρέ­σβης Κουάτ, επι­σκέ­φτη­κε τον τότε πρω­θυ­πουρ­γό Ελευ­θέ­ριο Βενι­ζέ­λο και ενερ­γώ­ντας για λογα­ρια­σμό της κυβέρ­νη­σής του, πρό­τει­νε την προ­σχώ­ρη­ση της χώρας μας στο στρα­τό­πε­δο των «Κεντρι­κών Δυνά­με­ων», με μεγά­λα εδα­φι­κά ανταλ­λάγ­μα­τα σε βάρος της Σερ­βί­ας.

Βρε­τα­νι­κός χάρ­της των Βαλ­κα­νί­ων του 1928

Η απά­ντη­ση του Ελευ­θε­ρί­ου Βενι­ζέ­λου ήταν η ακό­λου­θη: «Μου ζητά­τε να προ­δώ­σου­με τη συμ­μα­χία μας με τη Σερ­βία, να επι­τε­θού­με ενα­ντί­ον της και να συμ­με­τά­σχου­με στο δια­με­λι­σμό της. Η Ελλά­δα, κύριε πρέ­σβη, είναι πολύ μικρό κρά­τος για να δια­πρά­ξει τέτοια ατι­μία».

Η χώρα μας, με συμ­φω­νία της 14ης Μαΐ­ου 1914, είχε δεσμευ­θεί να παρα­χω­ρή­σει ελεύ­θε­ρη ζώνη στους Σέρ­βους στη Θεσ­σα­λο­νί­κη.

Η Σερ­βία στη διάρ­κεια του ελλη­νο­τουρ­κι­κού πολέ­μου (1920–1922) δεν έδει­ξε εχθρι­κή στά­ση προς την Ελλά­δα και αρνή­θη­κε να δεχτεί την πρό­τα­ση του Βούλ­γα­ρου πρω­θυ­πουρ­γού Στα­μπο­λίν­σκι για κοι­νό «νοτιο­σλα­βι­κό» μέτω­πο ενα­ντί­ον της χώρας μας. Φαι­νό­ταν μάλι­στα, ότι το Βελι­γρά­δι ήταν δια­τε­θει­μέ­νο να συμ­μα­χή­σει με την Ελλά­δα για την απο­τρο­πή της κατά­λη­ψης της Ανα­το­λι­κής Θρά­κης από τους Τούρ­κους. Ωστό­σο ο πρω­θυ­πουρ­γός Πάσιτς ευθυ­γραμ­μί­στη­κε τελι­κά με τη γαλ­λι­κή πολι­τι­κή σχε­τι­κά με την Ανα­το­λι­κή Θρά­κη.

Στις 10 Μαΐ­ου 1923, η Ελλά­δα παρα­χώ­ρη­σε την ελεύ­θε­ρη σερ­βι­κή ζώνη στο λιμά­νι της Θεσ­σα­λο­νί­κης.

Άπο­ψη του Μονα­στη­ρί­ου τον 19ο αιώ­να

Η ζώνη απο­τε­λού­σε ανα­πό­σπα­στο τμή­μα της Ελλη­νι­κής επι­κρά­τειας, όμως διοι­κού­νταν από Σέρ­βους τελω­νεια­κούς. Αργό­τε­ρα, καθώς το βασί­λειο των Σέρ­βων, Κρο­α­τών και Σλο­βέ­νων, απο­κό­πη­κε από τα λιμά­νια του στην Αδρια­τι­κή (Ζαντάρ, Ριέ­κα γνω­στή και ως Φιού­με παλαιό­τε­ρα, από το ιτα­λι­κό της όνο­μα), άρχι­σε να ζητά ουσια­στι­κό έλεγ­χο της σιδη­ρο­δρο­μι­κής γραμ­μής Γευ­γε­λή — Θεσ­σα­λο­νί­κης, επέ­κτα­ση της σερ­βι­κής ζώνης στη συμπρω­τεύ­ου­σα, ανα­γνώ­ρι­ση σερ­βι­κής μειο­νό­τη­τας στη Δυτι­κή Μακε­δο­νία και άλλα.

Το δικτα­το­ρι­κό καθε­στώς Πάγκα­λου (το οποίο να θυμί­σου­με ευθύ­νε­ται και για την παρα­μο­νή των Τσά­μη­δων στην Ήπει­ρο), στις 17 Αυγού­στου 1926, προ­κει­μέ­νου να εξα­σφα­λί­σει τη σερ­βι­κή ουδε­τε­ρό­τη­τα στην πολε­μι­κή εκστρα­τεία που σχε­δί­α­ζε ενα­ντί­ον της Τουρ­κί­ας, δέχθη­κε τις εξω­φρε­νι­κές αυτές απαι­τή­σεις!

Στις 22/8/1926 όμως, ο Γεώρ­γιος Κον­δύ­λης ανέ­τρε­ψε τον Θ. Πάγκα­λο. Η κυβέρ­νη­ση Ζαΐ­μη που συγκρο­τή­θη­κε μετά τις εκλο­γές της 7ης Νοεμ­βρί­ου 1923, ακύ­ρω­σε τις συμ­φω­νί­ες με τους Σέρ­βους.

Τελι­κά, στις 11 Οκτω­βρί­ου 1928, υπο­γρά­φη­κε στο Βελι­γρά­δι ελλη­νο­σερ­βι­κό πρω­τό­κολ­λο που καθό­ρι­σε το καθε­στώς της ζώνης στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, από τον Ελευ­θέ­ριο Βενι­ζέ­λο. Ουσια­στι­κά, ήταν μία ανα­βί­ω­ση της συμ­φω­νί­ας της 10ης Μαΐ­ου του 1923. Τα θέμα­τα που έθε­ταν οι Σέρ­βοι στο παρελ­θόν, εξο­βε­λί­στη­καν.

Γραμ­μα­τό­ση­μο του 1939 με την ονο­μα­σία VARDASKA

Οι Πελαγόνες

Στο μετα­ξύ, στο πλαί­σιο της δια­τή­ρη­σης των καλών σχέ­σε­ων με τη Σερ­βία, η Ελλά­δα ουσια­στι­κά «θυσί­α­σε τον ελλη­νι­σμό της Πελα­γο­νί­ας, ο οποί­ος μετά το 1913 υπέ­στη μία πολι­τι­κή εκσερ­βι­σμού» (Σπυ­ρί­δων Σφέ­τας, «Σερ­βία και Γιου­γκο­σλα­βία Ελλά­δα, στο βιβλίο ΒΑΛΚΑΝΙΑ 1913–2011»).

Οι Πελα­γό­νες, ήταν αρχαί­ος λαός της Μακε­δο­νί­ας που κατοι­κού­σαν στον άνω ρου του Αξιού.

Οι Δάρ­δα­νοι και η πρω­τεύ­ου­σά τους Σκού­ποι (Σκό­πια) — Τι γρά­φουν ο Στρά­βω­νας και ο Αρρια­νός.

Ας κάνου­με όμως εδώ μια παρέν­θε­ση, για να δού­με ποιοι ήταν οι βόρειοι γεί­το­νες των Μακε­δό­νων στην αρχαιό­τη­τα. Σύμ­φω­να με τον Στρά­βω­να, ο οποί­ος περι­γρά­φει λεπτο­με­ρώς την αρχαία Μακε­δο­νία (και όχι μόνο βέβαια) στα βιβλία του, βόρεια των Μακε­δό­νων ζού­σαν οι Δάρ­δα­νοι ή Δαρ­δά­νιοι. Γρά­φει γι’ αυτούς:

… άγριοι όμως εντε­λώς οι Δαρ­δά­νιοι είναι, τόσο που στις σωρούς της κοπριάς αφού ανοί­ξουν ορύγ­μα­τα, εκεί να κάνουν και τις μονιές τους” (Ζ’, 316)

(Μονιά = φωλιά αγρι­μιού, προ­φα­νώς εδώ κατ’ επέ­κτα­ση, κατά­λυ­μα, ενδιαί­τη­μα).

Οι Δάρ­δα­νοι (ή Δαρ­δά­νιοι), ήταν βάρ­βα­ρο, ιλλυ­ρι­κής κατα­γω­γής φύλο και είχαν πρω­τεύ­ου­σα την πόλη Σκού­ποι (τα σημε­ρι­νά Σκό­πια). Αγνο­ού­σαν ότι τα παρά­λια της χώρας τους, στην Αδρια­τι­κή, ήταν εύφο­ρα και δεν τα καλ­λιερ­γού­σαν. Ζού­σαν σε μεγά­λο βαθ­μό από τις επι­δρο­μές ενα­ντί­ον γει­το­νι­κών λαών. Τους χαρα­κτή­ρι­ζαν, κατά τον Στρά­βω­να, “η αγριό­της και το ληστρι­κόν έθος” (Ζ’ 317) (έθος = συνή­θεια).

Στρά­βω­νας

Στους Δαρ­δά­νους, ανή­καν επί­σης, οι Γαλά­βριοι και Θου­νά­τες, οι οποί­οι προς τα ανα­το­λι­κά συνό­ρευαν με το θρα­κι­κό έθνος των Μαί­δων.

Οι Ιλλυ­ριοί είχαν χαμη­λό πολι­τι­στι­κό επί­πε­δο και δια­κρί­νο­νταν μόνο για τις επι­δό­σεις τους στη μου­σι­κή.

…μου­σι­κής δ’ όμως επε­με­λή­θη­σαν αεί χρώ­με­νοι και αυλοίς και τοις εντα­τοίς οργά­νοις…”.
Δηλα­δή, «… φρό­ντι­ζαν πάντα τη μου­σι­κή χρη­σι­μο­ποιώ­ντας και αυλούς και έγχορ­δα όργα­να…».

Για το ότι οι Δάρ­δα­νοι και οι υπό­λοι­ποι Ιλλυ­ριοί ήταν βάρ­βα­ροι, ο Στρά­βω­νας ανα­φέ­ρει ότι ακό­μα και τον 4ο π.Χ. αιώ­να επι­βί­ω­ναν σ’ αυτούς βάρ­βα­ρα ήθη, όπως αυτό της ανθρω­πο­θυ­σί­ας!

Αρχαία Μακε­δο­νία

Όταν ο Μέγας Αλέ­ξαν­δρος εκστρά­τευ­σε ενα­ντί­ον της πόλης Πέλ­λιον των Δασα­ρη­τί­ων, “οι πολέ­μιοι Δάρ­δα­νοι θυσί­α­σαν παί­δας τρεις και κόρας ίσας τον αριθ­μόν και κριούς μέλα­νας τρεις” (Αρρια­νός «Αλε­ξάν­δρου Ανά­βα­σις» Α’ 5).

Και επει­δή η μακε­δο­νι­κή επέ­λα­ση ήταν πολύ γρή­γο­ρη, οι Ιλλυ­ριοί εγκα­τέ­λει­ψαν άρον άρον τις θέσεις τους και οι Μακε­δό­νες, έκπλη­κτοι είδαν τα ανθρώ­πι­να σφά­για “έτι κεί­με­να” (να βρί­σκο­νται ακό­μα σε κάποιο σημείο).

Τα άκρως ενδια­φέ­ρο­ντα αυτά στοι­χεία, αντλή­σα­με από το βιβλίο του Θανά­ση Γωρ­γιά­δη “Η Αρχαία Μακε­δο­νία κατά τον Στρά­βω­να”, εκδό­σεις ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ παι­δεία.

Στον πρό­λο­γο του ίδιου βιβλί­ου, που υπο­γρά­φει ο σπου­δαί­ος ιστο­ρι­κός και φιλέλ­λη­νας N.G.L. Hammond (1907 – 2001), δια­βά­ζου­με μετα­ξύ άλλων:
“Η ελλη­νι­κό­τη­τα των ονο­μά­των των Μακε­δό­νων, εξάλ­λου, αυτών που ζού­σαν στις Αιγές εκεί­νη την περί­ο­δο (ενν. τον 4ο π.Χ. αιώ­να), όπως αυτή επι­βε­βαιώ­νε­ται από τις στή­λες που εντό­πι­σε στις ανα­σκα­φές του ο καθη­γη­τής Μανό­λης Ανδρό­νι­κος, δεν αφή­νει καμία αμφι­βο­λία ότι οι Μακε­δό­νες τότε, όπως και τους προη­γού­με­νους αιώ­νες, ήταν ελλη­νό­φω­νοι.

Κλεί­νου­με κάπου εδώ την εκτε­νή αλλά πολύ χρή­σι­μη, νομί­ζου­με, παρέν­θε­ση, για να επι­στρέ­ψου­με στη Μακε­δο­νία του 20ου αιώ­να.

Η Κομμουνιστική Διεθνής και το “μακεδονικό ζήτημα” στον Μεσοπόλεμο

Θα εξε­τά­σου­με τώρα τη στά­ση του Κ.Κ.Ε και της (Κομ­μου­νι­στι­κής) Διε­θνούς στα χρό­νια του Μεσο­πο­λέ­μου και τον ρόλο που έπαι­ξαν στο μακε­δο­νι­κό ζήτη­μα.

Η Γ’ Διε­θνής, γνω­στό­τε­ρη ως Comintern (Κομι­ντέρν) από τα αρχι­κά των λέξε­ων COMmunist INTERnative ιδρύ­θη­κε στη Μόσχα το 1919, αφού πρώ­τα κατήγ­γει­λε την προη­γού­με­νη, Δεύ­τε­ρη (Σοσια­λι­στι­κή) Διε­θνή, για τη στά­ση της κατά τον Α’ Παγκό­σμιο Πόλε­μο.

Πόστερ της Κομι­ντέρν

Η Κομι­ντέρν ιδρύ­θη­κε με πρω­το­βου­λία της ηγε­σί­ας των μπολ­σε­βί­κων προ­κει­μέ­νου ν’ απο­τε­λέ­σει το καθο­δη­γη­τι­κό όργα­νο του παγκό­σμιου κομ­μου­νι­στι­κού κινή­μα­τος.

Στο ιδρυ­τι­κό της συνέ­δριο (2–6 Μαρ­τί­ου 1919), μετεί­χαν 52 αντι­πρό­σω­ποι από 34 κομ­μου­νι­στι­κά κόμ­μα­τα δια­φό­ρων χωρών. Το ιδρυ­τι­κό συνέ­δριο της Κομι­ντέρν ψήφι­σε το πρό­γραμ­μά της, που είχε συντά­ξει ο ίδιος ο Λένιν καθώς και τις θέσεις του Λένιν για τη δικτα­το­ρία του προ­λε­τα­ριά­του.

Ανά­με­σα σ’ αυτούς που υπο­γρά­φουν την ιδρυ­τι­κή δια­κή­ρυ­ξη της Κομι­ντέρν, είναι οι Λένιν, Τρό­τσκι, Κάρ­σκι (Κ.Κ. Πολω­νί­ας), Ρου­ντιά­σκι (Κ.Κ. Ουγ­γα­ρί­ας ), Ντού­ντα (Κ. Κ. Αυστρί­ας) και Ρακόφ­σκι (Βαλ­κα­νι­κή Σοσια­λι­στι­κή Ομο­σπον­δία). Το Σ.Ε.Κ.Ε. (πρό­δρο­μος του Κ.Κ.Ε.), δεν συμ­με­τεί­χε στο ιδρυ­τι­κό συνέ­δριο.

Από το 1919 που ιδρύ­θη­κε, ως το 1943 που δια­λύ­θη­κε από τον Στά­λιν, η Κομι­ντέρν πραγ­μα­το­ποί­η­σε επτά συνέ­δρια.

2ο Διε­θνές Συνέ­δριο της Κομι­ντέρν

Ο καθη­γη­τής Σπυ­ρί­δων Σφέ­τος στο βιβλίο του “Όψεις του Μακε­δο­νι­κού Ζητή­μα­τος στον 20ο αιώ­να”, εκδό­σεις Βάνιας, ανα­φέ­ρει ότι μπο­ρού­με να δια­κρί­νου­με πέντε “φάσεις” στην πολι­τι­κή της Κομι­ντέρν σχε­τι­κά με το “μακε­δο­νι­κό ζήτη­μα”

  1. 1920- 1922, όπου ενδια­φέ­ρε­ται κυρί­ως για το ζήτη­μα των Στε­νών και την επι­τυ­χή έκβα­ση του αγώ­να του Κεμάλ κατά της Αντάντ.
  2. 1923 – 1924, οπό­τε απο­δί­δει ιδιαί­τε­ρη σημα­σία στο μακε­δο­νι­κό, στα πλαί­σια της πολι­τι­κής για προ­ώ­θη­ση της “επα­νά­στα­σης” στη Βουλ­γα­ρία και την εγκα­θί­δρυ­ση εργα­το­α­γρο­τι­κής κυβέρ­νη­σης
  3. 1925 – 1928, το ενδια­φέ­ρον για το “μακε­δο­νι­κό”, γίνε­ται περι­φε­ρεια­κό.
  4. Από το VΙ Συνέ­δριο της Κομι­ντέρν (17/8/1928 – 1/9/1928) ως το 1933, επι­βάλ­λε­ται στα κομ­μου­νι­στι­κά κόμ­μα­τα να καθο­δη­γούν τα εθνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κά κινή­μα­τα και το μακε­δο­νι­κό επα­νέρ­χε­ται στο προ­σκή­νιο.
  5. 1933 – 1939, το μακε­δο­νι­κό παρου­σιά­ζει ιδιαί­τε­ρο ενδια­φέ­ρον για την Κομι­ντέρν και αντι­με­τω­πί­ζε­ται στα πλαί­σια της συγκρό­τη­σης ενός ενιαί­ου αντι­να­ζι­στι­κού μετώ­που.
Πόστερ της Κομι­ντέρν

Πρω­τερ­γά­τες της μακε­δο­νι­κής πολι­τι­κής της Κομι­ντέρν, στα Βαλ­κά­νια, ήταν οι Βούλ­γα­ροι Vasil Kolarov και Christo Kabakciev που κατεί­χαν υψη­λές θέσεις στο διε­θνές κομ­μου­νι­στι­κό κίνη­μα και μέσω της Κομι­ντέρν εξέ­φρα­ζαν τις θέσεις του Βουλ­γα­ρι­κού Κομ­μου­νι­στι­κού Κόμ­μα­τος που θεω­ρού­σε το μακε­δο­νι­κό, ως βουλ­γα­ρι­κό ζήτη­μα. Ο V. Kolarov ήταν αυτός που έθε­σε για πρώ­τη φορά θέμα αυτο­νό­μη­σης της Μακε­δο­νί­ας και της Θρά­κης στη Δεύ­τε­ρη Συν­διά­σκε­ψη της Βαλ­κα­νι­κής Κομ­μου­νι­στι­κής Ομο­σπον­δί­ας (BKO), τον Σεπτέμ­βριο του 1920. Όλοι οι αντι­πρό­σω­ποι των κομ­μου­νι­στι­κών κομ­μά­των (και ο Έλλη­νας Γ. Γεωρ­γιά­δης), απέρ­ρι­ψαν την πρό­τα­ση.

Ακο­λού­θως, στο 3ο Συνέ­δριο της Κομι­ντέρν (22 Ιου­νί­ου – 22 Ιου­λί­ου 1921), τέθη­κε ξανά από τον V. Kolarov, το ζήτη­μα της αυτο­νο­μί­ας της Μακε­δο­νί­ας και της Θρά­κης.

Ο Έλλη­νας αντι­πρό­σω­πος και ηγε­τι­κό στέ­λε­χος του Σ.Ε.Κ.Ε. (Σοσια­λι­στι­κό Εργα­τι­κό Κόμ­μα Ελλά­δος) Γεώρ­γιος Γεωρ­γιά­δης, βλέ­πο­ντας τους κιν­δύ­νους που ελλο­χεύ­ουν από μια τέτοια, πιθα­νή, εξέ­λι­ξη, παρου­σιά­στη­κε στον Λένιν και του επι­σή­μα­νε ότι ο ελλη­νι­κός λαός θα αντι­δρού­σε, αλλά και το μέλ­λον του κομ­μου­νι­στι­κού κινή­μα­τος στη χώρα μας θα κιν­δύ­νευε. Ο Λένιν τον καθη­σύ­χα­σε. Επι­στρέ­φο­ντας στην Ελλά­δα ο Γεωρ­γιά­δης, επι­σή­μα­νε τους κιν­δύ­νους ενώ αργό­τε­ρα απο­χώ­ρη­σε από το Κ.Κ.Ε. και κατήγ­γει­λε την πολι­τι­κή του ως αντε­θνι­κή.

Στην 6η Συν­διά­σκε­ψη της ΒΚΟ (Δεκέμ­βριος 1923), οι Βούλ­γα­ροι επα­να­φέ­ρουν το θέμα της αυτο­νο­μί­ας Μακε­δο­νί­ας και Θρά­κης. Η ΒΚΟ υιο­θε­τεί πλή­ρως τις βουλ­γα­ρι­κές θέσεις. Υπέρ της από­φα­σης ψήφι­σε και ο αντι­πρό­σω­πος του Κ.Κ.Ε. Ν. Σαρ­γο­λό­γος.

Χαρα­κτη­ρι­στι­κό από­σπα­σμα της από­φα­σης είναι το παρα­κά­τω:

Οι κατοι­κού­ντες εις την Μακε­δο­νί­αν Έλλη­νες, Σέρ­βοι Βούλ­γα­ροι και Αλβα­νοί είναι Μακε­δό­νες με καθα­ρώς μακε­δο­νι­κήν συνεί­δη­σιν και οι κατοι­κού­ντες εις την Θρά­κην είναι Θρά­κες με θρα­κι­κήν συνεί­δη­σιν, δικαιού­με­νοι αυτο­νο­μί­ας και ανε­ξαρ­τη­σί­ας ως έχο­ντες ιδιαί­τε­ρην εθνι­κήν συν­δεί­δη­σιν”

Στην Έβδο­μη Συν­διά­σκε­ψη της ΒΚΟ, οι Βούλ­γα­ροι πιέ­ζουν για λήψη ορι­στι­κής από­φα­σης σχε­τι­κά με την αυτο­νο­μία της Μακε­δο­νί­ας και της Θρά­κης, δεν τα κατα­φέρ­νουν όμως. Ωστό­σο “περ­νούν” τις θέσεις τους μέσα από σχε­τι­κή από­φα­ση του 5ου Συνε­δρί­ου της Κομι­ντέρν (Ιού­λιος 1924). Με την από­φα­ση αυτή, συμ­φώ­νη­σαν και οι αντι­πρό­σω­ποι του Κ.Κ.Ε. Σερα­φείμ Μάξι­μος και Παντε­λής Που­λιό­που­λος. Όσο για τον Ν. Σαρ­γο­λό­γο που ανα­φέ­ρα­με παρα­πά­νω; Μετά την ψήφι­ση υπέρ της βουλ­γα­ρι­κής θέσης στη ΒΚΟ το 1923, έφυ­γε για την Αμε­ρι­κή, μαζί με 7.500 δολά­ρια που ήταν η πρώ­τη ενι­σχυ­τι­κή δόση της Κομι­ντέρν προς το Κ.Κ.Ε.

Από την άλλη πλευ­ρά, αξιό­λο­γα και μορ­φω­μέ­να στε­λέ­χη του Κ.Κ.Ε. δια­γρά­φτη­καν. Έτσι, το Γ’ Συνερ­γείο του Κόμ­μα­τος, διέ­γρα­ψε τον Γ. Κορ­δά­το και τον Θ. Απο­στο­λί­δη. Η αιτιο­λο­γία ήταν, πως οι από­ψεις τους πάνω στο “μακε­δο­νι­κό”, ήταν αντι­κομ­μου­νι­στι­κές…

Γιάν­νης Κορ­δά­τος

Στις 17 Δεκεμ­βρί­ου 1926, ορι­στι­κο­ποι­ή­θη­κε η δια­γρα­φή του Παντε­λή Που­λιό­που­λου. Το 4ο Συνέ­δριο του Κ.Κ.Ε. (1928), διέ­γρα­ψε τους Σ. Μάξι­μο, Κ. Σκλά­βο, Τ. Χαΐ­νο­γλου, Β. Νικο­λι­νά­κο, Κ. Νικο­λα­ΐ­δη κ.ά.

Άλλα αξιό­λο­γα στε­λέ­χη (Θ. Παπα­κων­στα­ντί­νου, Α. Χουρ­μού­ζιος) απο­χώ­ρη­σαν και έγι­ναν δρι­μύ­τα­τοι κατή­γο­ροι του κόμ­μα­τος.

Αιμί­λιος Χουρ­μού­ζιος

Η άφι­ξη των στε­λε­χών του “Κουτβ” (Κομ­μου­νι­στι­κό Πανε­πι­στή­μιο Εργα­ζο­μέ­νων της Ανα­το­λής, που είχε ιδρυ­θεί στη Μόσχα το 1921), με επι­κε­φα­λής τον Νίκο Ζαχα­ριά­δη, είχε σαν απο­τέ­λε­σμα την πλή­ρη υπο­τα­γή του Κ.Κ.Ε. στη γραμ­μή της Γ’ Διε­θνούς.

Από το 1928, η Κομι­ντέρν είχε να αντι­με­τω­πί­σει δύο σοβα­ρά προ­βλή­μα­τα: την απο­πο­μπή των Κινέ­ζων κομ­μου­νι­στών και τη δια­κο­πή των επα­φών με τη Σοβιε­τι­κή Ένω­ση από τον Chiang Kai – Shek και τη διάρ­ρη­ξη (δια­κο­πή, ρήξη) των σχέ­σε­ων της Μ. Βρε­τα­νί­ας με τη Σοβιε­τι­κή Ένω­ση.

Στη VIII Συν­διά­σκε­ψη της ΒΚΟ (Αύγου­στος 1928), επι­κρα­τούν οι θέσεις για “Ενιαία και Ανε­ξάρ­τη­τη Μακε­δο­νία”, “Ενιαία και Ανε­ξάρ­τη­τη Θρά­κη”, “Βαλ­κα­νι­κή Ομο­σπον­δία”, που απο­τε­λού­σαν παραλ­λα­γή της θέσης που είχε ήδη επι­βλη­θεί από το 1924.

Γραμ­μα­τό­ση­μο της Βαρ­ντά­σκα

Μεγά­λο ενδια­φέ­ρον, έχουν οι εξε­λί­ξεις μετά το 1933.
Τον Φεβρουά­ριο του 1934, εισά­γε­ται η θεω­ρία περί “(Σλαβο)μακεδονικού έθνους”. Ήδη από το 1933, δίνε­ται εντο­λή στα βαλ­κα­νι­κά κομ­μου­νι­στι­κά κόμ­μα­τα, να εγκα­τα­λεί­ψουν ορι­στι­κά το σύν­θη­μα “Βαλ­κα­νι­κή Ομο­σπον­δία”.

Η επι­βο­λή της από­φα­σης της Κομι­ντέρν για την ύπαρ­ξη μακε­δο­νι­κού έθνους στα βαλ­κα­νι­κά κομ­μου­νι­στι­κά κόμ­μα­τα, δεν έγι­νε χωρίς αντι­δρά­σεις, κυρί­ως από βουλ­γα­ρι­κής πλευ­ράς. Αντί­θε­τα η γιου­γκο­σλα­βι­κή πλευ­ρά, ήταν περισ­σό­τε­ρο ικα­νο­ποι­η­μέ­νη καθώς έβλε­πε ότι μπο­ρού­σε να αντι­τα­χθεί στις βουλ­γα­ρι­κές διεκ­δι­κή­σεις στο γιου­γκο­σλα­βι­κό τμή­μα της Μακε­δο­νί­ας.

Το ΚΚ Γιου­γκο­σλα­βί­ας, απο­φά­σι­σε το 1934, τη μελ­λο­ντι­κή ίδρυ­ση “Μακε­δο­νι­κού” Κομ­μου­νι­στι­κού Κόμ­μα­τος στο σερ­βι­κό τμή­μα της Μακε­δο­νί­ας.

Όσο για το ΚΚΕ, στο VI Συνέ­δριό του (Δεκέμ­βριος 1935), εγκα­τέ­λει­ψε το σύν­θη­μα «Ενιαία και ανε­ξάρ­τη­τη Μακε­δο­νία» και προ­πα­γάν­δι­ζε “την πλή­ρη ισο­τι­μία των μειο­νο­τή­των” μέσα στο ελλη­νι­κό κρά­τος.

Οπωσ­δή­πο­τε σημα­ντι­κό ρόλο στην από­φα­ση αυτή έπαι­ξαν τόσο το απο­τυ­χη­μέ­νο βενι­ζε­λι­κό κίνη­μα του 1935, όσο και η παρου­σία πλέ­ον, σε Θρά­κη και Μακε­δο­νία, αμι­γώς ελλη­νι­κών πλη­θυ­σμών.

Με την εξέ­λι­ξη του “μακε­δο­νι­κού” ζητή­μα­τος μετά το 1939, θα ασχο­λη­θού­με σε άρθρο μας τις επό­με­νες ημέ­ρες.

Πηγές:

  • Νικό­λα­ος Κ. Μάρ­της, “Η Πλα­στο­γρά­φη­ση της Ιστο­ρί­ας της Μακε­δο­νί­ας”, Αθή­να 1983.
  • Σπυ­ρί­δων Σφέ­τας, “Όψεις του Μακε­δο­νι­κού Ζητή­μα­τος στον 20ο αιώ­να”, εκδ. Βάνιας 2010.
  • Β. Γεωρ­γί­ου, “Η Μακε­δο­νία στο Μάτι του Γιου­γκο­σλα­βι­κού Κυκλώ­να”, Αθή­να 1992.
  • Εται­ρεία Μακε­δο­νι­κών Σπου­δών, «Βαλ­κά­νια 1913 – 2011», Εκδο­τι­κός Οίκος αδελ­φών Κυρια­κί­δη 2012.
  • Σαρά­ντος Ι. Καρ­γά­κος, “Από το Μακε­δο­νι­κό Ζήτη­μα στην Εμπλο­κή των Σκο­πί­ων”, εκδ. GUTENBERG 1992.
*Οι από­ψεις του ιστο­λο­γί­ου δεν συμπί­πτουν απα­ραί­τη­τα με το περιε­χό­με­νο του άρθρου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας