Ο σκονισμένος πίνακας στο υπόγειο τους απέφερε …1.100.000 δολάρια

0
54

Τρία περιού­σια αδέρ­φια …βρί­σκουν έναν παλιό πίνα­κα στο υπό­γειο …τον δίνουν σε δημο­πρα­σία με την ελπί­δα ότι θα βγά­λουν 400 δολά­ρια …κι ο καλός Θεού­λης …φρό­ντι­σε έτσι, ώστε τη δημο­πρα­σία να την βρουν στο ίντερ­νετ άνθρω­ποι που ήξε­ραν τον άγνω­στο αυτόν πίνα­κα και ποιος τον φιλο­τέ­χνη­σε και ήταν και άνθρω­ποι που είχαν πρό­χει­ρα εκεί­νη τη στιγ­μή …1.100.000 δολά­ρια να δώσουν για να τον απο­κτή­σουν. Κι έτσι χωρίς να κου­νή­σουν το δαχτυ­λά­κι τους βρέ­θη­καν με 1.100.000 δολά­ρια…

Εννο­εί­ται ότι τέτοιες ιστο­ρί­ες «απρό­σμε­νης» επι­τυ­χί­ας …δεν συμ­βαί­νουν σ’ εμάς τους κοι­νούς θνη­τούς που δεν έχου­με την εύνοια του Θεού και το σχε­τι­κό DNA. Αν ήταν δικός μας ο πίνα­κας …όχι μόνο δεν θα παίρ­να­με λεφτά, αλλά θα χρω­στού­σα­με κιό­λας για τα έξο­δα της δημο­πρα­σί­ας.

Παρα­κά­τω σχε­τι­κό άρθρο από Το Ποντί­κι:

Πηγή: topontiki.gr

Τρία αδέρ­φια από το Νιου Τζέρ­σι, ο Νεντ, ο Ρότζερ και ο Στί­βεν Λάντο­ου, πήγαν στο σπί­τι της μητέ­ρας τους που είχε πεθά­νει πρό­σφα­τα για να καθα­ρί­σουν το υπό­γειο. Είχαν απο­φα­σί­σει να νοι­κιά­σουν το σπί­τι και έπρε­πε να το παρα­δώ­σουν καθα­ρό. Στο υπό­γειο καθώς πετού­σαν τη σαβού­ρα που η μητέ­ρα και ο πατέ­ρας συγκέ­ντρω­ναν για χρό­νια, ανα­κά­λυ­ψαν διά­φο­ρα αντι­κεί­με­να, που για εκεί­νους ήταν άχρη­στα αλλά θα μπο­ρού­σαν να τα που­λή­σουν και να βγά­λουν ένα χαρ­τζι­λί­κι.

Ένα παλιό κινέ­ζι­κο σερ­βί­τσιο για τσάι, μια ντου­ζί­να μαχαι­ρο­πί­ρου­να που με ένα καλό καθά­ρι­σμα θα έλα­μπαν πάλι, ένα παλιό τρα­πέ­ζι του πινγκ πόνγκ και έναν φθαρ­μέ­νο πίνα­κα που βρή­καν σε μια σκο­τει­νή γωνιά, να τον καλύ­πτει μια σκο­νι­σμέ­νη κου­βέρ­τα.

Επά­νω από τον πίνα­κα τα αδέρ­φια έστη­σαν ολό­κλη­ρη κου­βέ­ντα. Σε κανέ­ναν τους δεν άρε­σε. Απει­κό­νι­ζε μια λιπό­θυ­μη γυναί­κα (ή άνδρα) να κάθε­ται σε μια καρέ­κλα, και δύο «ασχη­μό­μορ­φοι» άνδρες (έτσι τους περιέ­γρα­ψαν) από πάνω της, να προ­σπα­θούν να τη συνε­φέ­ρουν δίνο­ντας της να μυρί­σει ένα μαντί­λι. Ήταν ένας πίνα­κας που άγνω­στο πως, ο μακα­ρί­της ο παπ­πούς τους είχε αγο­ρά­σει τη δεκα­ε­τία του 1930 και ποτέ δεν τον είχε βάλει στο σαλό­νι.

Κανείς τους δεν ήθε­λε να κρα­τή­σει τον πίνα­κα με τα σκού­ρα χρώ­μα­τα της ώχρας, οπό­τε τα αδέρ­φια απο­φά­σι­σαν να τον που­λή­σουν μαζί με το κινέ­ζι­κο σερ­βί­τσιο και τα μαχαι­ρο­πί­ρου­να. Υπο­λό­γι­ζαν πως εάν ήταν τυχε­ροί κάποιο «κοροϊ­δά­κι» θα τον αγό­ρα­ζε για 400 δολά­ρια. Έδει­χνε παλιός. Άιντε 800.

Και πράγ­μα­τι ύστε­ρα από μέρες όταν έβγα­λαν τα αντι­κεί­με­να της για­γιάς και του παπ­πού σε πλει­στη­ρια­σμό, ο οποί­ος μετα­δι­δό­ταν ζωντα­νά και από το ίντερ­νετ. Η αρχι­κή τιμή εκκί­νη­σης για τον πίνα­κα ήταν τα 250 δολά­ρια. Σχε­δόν αμέ­σως η προ­σφο­ρά πήγε στα 800 δολά­ρια, και τα αδέρ­φια ευχα­ρι­στη­μέ­να έφυ­γαν από την αίθου­σα για να πάνε στην εβραϊ­κή γιορ­τή του Γιομ Κιπούρ.

Λίγο πριν ο δημο­πρά­της χτυ­πή­σει το σφυ­ρά­κι του τρεις φορές για να κατο­χυ­ρώ­σει την αγο­ρά, ένα τηλε­φώ­νη­μα από τη Γαλ­λία ανέ­βα­σε το τίμη­μα στα 5.000 δολά­ρια. Σε χρό­νο ρεκόρ τηλε­φω­νή­μα­τα από κάθε γωνιά του κόσμου ανέ­βα­ζαν την τιμή. 80.000 δολά­ρια, 100.000 δολά­ρια, 400.000 δολά­ρια… Ώσπου ένας συλ­λέ­κτης που τηλε­φω­νού­σε από τη Γερ­μα­νία είπε: «Δίνω 1.100.000 δολά­ρια» Το σφυ­ρά­κι χτύ­πη­σε με αστρα­πιαία ταχύ­τη­τα τρεις φορές και έκλει­σε η αγο­ρά.

Οι υπεύ­θυ­νοι της γκα­λε­ρί που έκα­νε τη δημο­πρα­σία μάταια προ­σπα­θού­σαν όλα το Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο να εντο­πί­σουν τα αδέρ­φια που είχαν κλει­στά τα κινη­τά τους και βρι­σκό­ντου­σαν στο Γομ Κιπούρ.

Ο Γερ­μα­νός πλειο­δό­της μόλις κατο­χυ­ρώ­θη­κε η αγο­ρά του μίλη­σε τηλε­φω­νι­κά με τους υπεύ­θυ­νους της γκα­λε­ρί: «Μα είναι ένας Ρέμπραντ. Έψα­χνα τον πίνα­κα αυτόν σε όλη μου τη ζωή.»

Ο συγκε­κρι­μέ­νος πίνα­κας ονο­μά­ζε­ται ο «αναί­σθη­τος ασθε­νής» (ασυ­νεί­δη­τος) και απο­τε­λεί μέρος μιας σει­ράς από χαμέ­νους πίνα­κες του μεγά­λου Ολλαν­δού ζωγρά­φου με την ονο­μα­σία «οι πέντε αισθή­σεις» (ακοή, αφή, όσφρη­ση, γεύ­ση όρα­ση). Ο συγκε­κρι­μέ­νος απει­κο­νί­ζει την όσφρη­ση και δημιουρ­γή­θη­κε από τον «Δάσκα­λο» (όπως απο­κα­λού­σαν τον Ρέμπραντ) όταν εκεί­νος ήταν νέος γύρω στα 1624 — 25.

Τα αδέλ­φια όταν πέρα­σε το Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο τηλε­φώ­νη­σαν στη γκα­λε­ρί για να μάθουν πως πήγε η δημο­πρα­σία, κυρί­ως για να μάθουν εάν που­λή­θη­καν τα μαχαι­ρο­πί­ρου­να και τα κινέ­ζι­κα φλι­τζα­νά­κια. Όταν ο υπεύ­θυ­νος τους είπε τι είχε συμ­βεί έπε­σαν από τα σύν­νε­φα.

Ο Γερ­μα­νός που αγό­ρα­σε τον πίνα­κα, σε λίγες ημέ­ρες τον πού­λη­σε σε νέα δημο­πρα­σία. Το ποσό που ο «αναί­σθη­τος ασθε­νής» που­λή­θη­κε ξεπέ­ρα­σε τα 4,5 εκα­τομ­μύ­ρια δολά­ρια.

O Ρέμπραντ Χάρ­μεν­σο­ον φαν Ράιν (Rembrandt Harmenszoon van Rijn) γεν­νή­θη­κε στις 15 Ιου­λί­ου του 1606 και πέθα­νε στις 4 Οκτω­βρί­ου 1669. Ήταν ένας πολύ σημα­ντι­κός Ολλαν­δός ζωγρά­φος και χαρά­κτης του 17ου αιώ­να, που σήμε­ρα συγκα­τα­λέ­γε­ται μετα­ξύ των κορυ­φαί­ων ζωγρά­φων όλων των επο­χών.

Το όνο­μά του συμ­βο­λί­ζει την περί­ο­δο της «χρυ­σής επο­χής» της Ολλαν­δί­ας, στην οποία ανή­κει χρο­νι­κά το έργο του. Φιλο­τέ­χνη­σε συνο­λι­κά περί­που 400 πίνα­κες, περισ­σό­τε­ρα από 1000 σχέ­δια ζωγρα­φι­κής και περί­που 290 χαρα­κτι­κά

Περισ­σό­τε­ρο στο πρώ­ι­μο και λιγό­τε­ρο στο ύστε­ρο έργο του, κυριάρ­χη­σαν οι προ­σω­πο­γρα­φί­ες, ωστό­σο δια­κρί­θη­κε σε ένα ευρύ φάσμα θεμά­των, ανα­πα­ρι­στώ­ντας επί­σης, τοπιο­γρα­φί­ες, καθώς και ιστο­ρι­κές, βιβλι­κές, μυθο­λο­γι­κές ή αλλη­γο­ρι­κές σκη­νές. Το σύνο­λο του έργου του χαρα­κτη­ρί­ζε­ται στην πορεία του χρό­νου από εκτε­τα­μέ­νες και βαθιές αλλα­γές στο ύφος του, ένδει­ξη μίας διαρ­κούς ανα­ζή­τη­σης. Ακό­μη σε κάθε μεμο­νω­μέ­νο έργο ή εκδο­χή του, παρα­τη­ρού­νται συνε­χείς μετα­σχη­μα­τι­σμοί πριν την κατά­λη­ξη σε μία τελι­κή εικα­στι­κή μορ­φή.

Γεν­νη­μέ­νος στο Λέι­ντεν της Ολλαν­δί­ας, φοί­τη­σε στο λατι­νι­κό σχο­λείο και στο πανε­πι­στή­μιο της πόλης, ωστό­σο πολύ σύντο­μα στρά­φη­κε απο­κλει­στι­κά στη ζωγρα­φι­κή, μαθη­τεύ­ο­ντας στο πλευ­ρό δια­κε­κρι­μέ­νων καλ­λι­τε­χνών της επο­χής, όπως του Γιά­κομπ Ίσα­ακ φαν Σβά­νεν­μπουρχ και αργό­τε­ρα του Πίτερ Λάστμαν.

Ως αυτό­νο­μος ζωγρά­φος, φιλο­τέ­χνη­σε τα πρώ­τα έργα του στο Λέι­ντεν, στο ίδιο εργα­στή­ριο με τον Γιαν Λίφενς, πριν εγκα­τα­στα­θεί στο Άμστερ­νταμ. Κατά­φε­ρε σε σύντο­μο χρο­νι­κό διά­στη­μα να δια­κρι­θεί, ανα­λαμ­βά­νο­ντας σημα­ντι­κές παραγ­γε­λί­ες και απο­κτώ­ντας μεγά­λη φήμη τόσο στην Ολλαν­δία όσο και διε­θνώς. Κατά το δεύ­τε­ρο μισό του 17ου αιώ­να, σημα­ντι­κά οικο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα οδή­γη­σαν στην πτώ­χευ­σή του, παρά το γεγο­νός πως η φήμη του παρέ­μει­νε σχε­δόν ακλό­νη­τη ενό­σω ζού­σε, αλλά και μετά το θάνα­τό του.

*Οι από­ψεις του ιστο­λο­γί­ου δεν συμπί­πτουν απα­ραί­τη­τα με το περιε­χό­με­νο του άρθρου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας