Ύποπτη για ξέπλυμα χρήματος κάθε συναλλαγή από 1.000 ευρώ

Αυστηρότερα μέτρα προωθεί το ΥΠΟΙΚ κατά της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες

0
14
Το υπουργείο Οικονομικών και Οικονομίας στην πλατεία Συντάγματος, Αθήνα. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΛΩΛΗΣ ΝΙΚΟΣ

Ως ύπο­πτη για ξέπλυ­μα χρή­μα­τος θα θεω­ρεί­ται από τις τρά­πε­ζες κάθε περι­στα­σια­κή, μη τακτι­κά επα­να­λαμ­βα­νό­με­νη, μετα­φο­ρά χρη­μα­τι­κού ποσού άνω των 1.000 ευρώ, σύμ­φω­να με το νέο σχέ­διο νόμου για την κατα­πο­λέ­μη­ση της νομι­μο­ποί­η­σης εσό­δων από εγκλη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες το οποίο αναρ­τή­θη­κε χθες από το υπουρ­γείο Οικο­νο­μι­κών για δημό­σια δια­βού­λευ­ση στον δια­δι­κτυα­κό τόπο www.opengov.gr.

Του Γιώρ­γου Παλαι­τσά­κη

Συγκε­κρι­μέ­να, με το άρθρο 12 του υπό δια­βού­λευ­ση νομο­σχε­δί­ου, προ­στί­θε­ται στις περι­πτώ­σεις συναλ­λα­γών στις οποί­ες πρέ­πει να εφαρ­μό­ζο­νται μέτρα δέου­σας επι­μέ­λειας από τα χρη­μα­το­πι­στω­τι­κά ιδρύ­μα­τα κάθε περι­στα­σια­κή συναλ­λα­γή που συνί­στα­ται στη μετα­φο­ρά χρη­μα­τι­κών ποσών άνω των 1.000 ευρώ. Επι­πλέ­ον στις περι­πτώ­σεις εφαρ­μο­γής μέτρων δέου­σας επι­μέ­λειας εντάσ­σο­νται και οι συναλ­λα­γές εμπό­ρων αγα­θών που υπερ­βαί­νουν τα 10.000 ευρώ σε μετρη­τά, καθώς και οι συναλ­λα­γές των παρό­χων υπη­ρε­σιών τυχε­ρών παι­γνί­ων που υπερ­βαί­νουν τα 2.000 ευρώ και διε­νερ­γού­νται είτε κατά την κατά­θε­ση του στοι­χή­μα­τος είτε κατά την είσπρα­ξη των κερ­δών.

Με το νομο­σχέ­διο, το υπουρ­γείο Οικο­νο­μι­κών επι­διώ­κει εξάλ­λου να δώσει πρό­σθε­τες εξου­σί­ες στην Αρχή για την Κατα­πο­λέ­μη­ση της Νομι­μο­ποί­η­σης Εσό­δων από Εγκλη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες. Οι εξου­σί­ες αφο­ρούν στην άμε­ση δέσμευ­ση περιου­σια­κών στοι­χεί­ων ή συναλ­λα­γών εφό­σον υπάρ­χουν υπό­νοιες συσχέ­τι­σης με νομι­μο­ποί­η­ση εσό­δων από εγκλη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες ή με χρη­μα­το­δό­τη­ση της τρο­μο­κρα­τί­ας.

Επι­πλέ­ον, με το υπό δια­βού­λευ­ση σχέ­διο νόμου επι­διώ­κε­ται μια πολύ σημα­ντι­κή αλλα­γή στον τρό­πο με τον οποίο θα πραγ­μα­το­ποιού­νται οι μετα­βι­βά­σεις ανω­νύ­μων μετο­χών μη εισηγ­μέ­νων στο Χρη­μα­τι­στή­ριο εται­ρειών, προ­κει­μέ­νου να υπάρ­χει δια­φά­νεια και να καθί­στα­ται ευκο­λό­τε­ρος ο έλεγ­χος των συναλ­λα­γών και ο εντο­πι­σμός περι­πτώ­σε­ων νομι­μο­ποί­η­σης εσό­δων από παρά­νο­μες δρα­στη­ριό­τη­τες. Προ­βλέ­πε­ται, συγκε­κρι­μέ­να, ότι οι μετα­βι­βά­σεις ανω­νύ­μων μετο­χών μη εισηγ­μέ­νων στο Χρη­μα­τι­στή­ριο εται­ρειών θα γίνο­νται πλέ­ον με συμ­βο­λαιο­γρα­φι­κή πρά­ξη ή με ιδιω­τι­κό έγγρα­φο βεβαί­ας χρο­νο­λο­γί­ας κι όχι σύμ­φω­να με τις δια­τά­ξεις που διέ­πουν τη μετα­βί­βα­ση κινη­τών πραγ­μά­των, όπως γίνο­νται με βάση την ισχύ­ου­σα αυτή τη στιγ­μή νομο­θε­σία.

Το υπό δια­βού­λευ­ση νομο­σχέ­διο ενσω­μα­τώ­νει στην ελλη­νι­κή νομο­θε­σία την Οδη­γία 2015/849/ΕΕ του Ευρω­παϊ­κού Κοι­νο­βου­λί­ου και του Συμ­βου­λί­ου της 20ής Μαΐ­ου 2015 «σχε­τι­κά με την πρό­λη­ψη της χρη­σι­μο­ποί­η­σης του χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού συστή­μα­τος για τη νομι­μο­ποί­η­ση εσό­δων από παρά­νο­μες δρα­στη­ριό­τη­τες ή για τη χρη­μα­το­δό­τη­ση της τρο­μο­κρα­τί­ας». Σύμ­φω­να με σημεί­ω­μα του υπουρ­γού Οικο­νο­μι­κών Ε. Τσα­κα­λώ­του, η δημό­σια δια­βού­λευ­ση θα ολο­κλη­ρω­θεί την Παρα­σκευή 9 Φεβρουα­ρί­ου 2018 και ώρα 14:00.

Οι περισ­σό­τε­ρες δια­τά­ξεις του υπό δια­βού­λευ­ση σχε­δί­ου νόμου δεν δια­φέ­ρουν από τις ήδη ισχύ­ου­σες του ν. 3691/2008. Ωστό­σο, στο νέο αυτό προ­τει­νό­με­νο νομο­θέ­τη­μα περι­λαμ­βά­νο­νται και ορι­σμέ­νες σημα­ντι­κές αλλα­γές στο υφι­στά­με­νο νομο­θε­τι­κό πλαί­σιο αντι­με­τώ­πι­σης της νομι­μο­ποί­η­σης εσό­δων από εγκλη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες.

Ειδι­κό­τε­ρα:

1) Με το άρθρο 12 του σχε­δί­ου νόμου διευ­ρύ­νε­ται το πεδίο εφαρ­μο­γής των ρυθ­μί­σε­ων για την ενερ­γο­ποί­η­ση μέτρων δέου­σας επι­μέ­λειας από τα φυσι­κά και τα νομι­κά πρό­σω­πα που υπο­χρε­ού­νται να παρα­κο­λου­θούν, να ελέγ­χουν και να ανα­φέ­ρουν στην αρμό­δια Αρχή περι­πτώ­σεις συναλ­λα­γών υπό­πτων για νομι­μο­ποί­η­ση εσό­δων από εγκλη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες. Συγκε­κρι­μέ­να, στις περι­πτώ­σεις στις οποί­ες τα υπό­χρεα πρό­σω­πα (τα πιστω­τι­κά ιδρύ­μα­τα, οι χρη­μα­το­πι­στω­τι­κοί οργα­νι­σμοί, οι επι­χει­ρή­σεις, οργα­νι­σμοί και άλλοι φορείς που παρέ­χουν υπη­ρε­σί­ες τυχε­ρών παι­γνί­ων, οι έμπο­ροι και οι εκπλει­στη­ρια­στές αγα­θών μεγά­λης αξί­ας κ.λπ.) οφεί­λουν να εφαρ­μό­ζουν μέτρα δέου­σας επι­μέ­λειας ως προς τον πελά­τη προ­στί­θε­νται:

α) κάθε περι­στα­σια­κή συναλ­λα­γή που συνί­στα­ται σε μετα­φο­ρά χρη­μα­τι­κών ποσών άνω των 1.000 ευρώ. Ως «μετα­φο­ρά χρη­μα­τι­κών ποσών» νοεί­ται οποια­δή­πο­τε συναλ­λα­γή εκτε­λεί­ται του­λά­χι­στον εν μέρει ηλε­κτρο­νι­κά για λογα­ρια­σμό ενός πλη­ρω­τή μέσω ενός παρό­χου υπη­ρε­σιών πλη­ρω­μών, ασχέ­τως εάν πλη­ρω­τής και δικαιού­χος είναι ένα και το αυτό πρό­σω­πο και ασχέ­τως εάν ο πάρο­χος υπη­ρε­σιών πλη­ρω­μών του πλη­ρω­τή και αυτός του δικαιού­χου είναι ο ίδιος. Στην έννοια αυτή συμπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται και κάθε μετα­φο­ρά που πραγ­μα­το­ποιεί­ται μέσω κάρ­τας πλη­ρω­μής, εργα­λεί­ου ηλε­κτρο­νι­κού χρή­μα­τος, κινη­τού τηλε­φώ­νου ή κάθε άλλης ψηφια­κής ή πλη­ρο­φο­ρι­κής τεχνο­λο­γί­ας συσκευ­ής εκ των προ­τέ­ρων ή εκ των υστέ­ρων πλη­ρω­μής με παρό­μοια χαρα­κτη­ρι­στι­κά.

β) οι συναλ­λα­γές των εμπό­ρων αγα­θών που υπερ­βαί­νουν τα 10.000 ευρώ σε μετρη­τά και

γ) οι συναλ­λα­γές των παρό­χων υπη­ρε­σιών τυχε­ρών παι­γνί­ων που υπερ­βαί­νουν τα 2.000 ευρώ και διε­νερ­γού­νται είτε κατά την κατά­θε­ση του στοι­χή­μα­τος είτε κατά την κατά­θε­ση του στοι­χή­μα­τος είτε κατά την είσπρα­ξη των κερ­δών.

2) Με τις δια­τά­ξεις του άρθρου 48 του προ­τει­νό­με­νου νομο­σχε­δί­ου προ­βλέ­πε­ται ότι ο επι­κε­φα­λής της μίας από τις τρεις αυτο­τε­λείς Μονά­δες της Αρχής, ο πρό­ε­δρος της Μονά­δας Διε­ρεύ­νη­σης Χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κών Συναλ­λα­γών, θα μπο­ρεί «σε επεί­γου­σες περι­πτώ­σεις, όταν υπάρ­χει υπό­νοια ότι περιου­σία ή συναλ­λα­γή σχε­τί­ζε­ται με νομι­μο­ποί­η­ση εσό­δων από εγκλη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες ή με χρη­μα­το­δό­τη­ση της τρο­μο­κρα­τί­ας» να «δια­τάσ­σει την προ­σω­ρι­νή δέσμευ­ση της περιου­σί­ας ή την ανα­στο­λή εκτέ­λε­σης της συγκε­κρι­μέ­νης συναλ­λα­γής, προ­κει­μέ­νου να διε­ρευ­νη­θεί η βασι­μό­τη­τα της υπό­νοιας το συντο­μό­τε­ρο δυνα­τόν και πάντως εντός προ­θε­σμί­ας δεκα­πέ­ντε (15) εργά­σι­μων ημε­ρών».
Εφό­σον η έρευ­να ολο­κλη­ρω­θεί πριν από την εκπνοή της προ­θε­σμί­ας χωρίς επι­βε­βαί­ω­ση της υπό­νοιας, ο πρό­ε­δρος της Μονά­δας Διε­ρεύ­νη­σης Χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κών Συναλ­λα­γών θα προ­χω­ρεί στην άρση της προ­σω­ρι­νής δέσμευ­σης ή στην ανα­στο­λή της. Μετά την παρέ­λευ­ση της προ­θε­σμί­ας η προ­σω­ρι­νή δέσμευ­ση ή ανα­στο­λή θα αίρε­ται αυτο­δι­καί­ως. Η προ­σω­ρι­νή δέσμευ­ση ή ανα­στο­λή θα δια­τάσ­σε­ται υπό τους ίδιους όρους και όταν ζητεί­ται από αντί­στοι­χη αρχή άλλου κρά­τους-μέλους της Ευρω­παϊ­κής Ένω­σης.

Όταν από την έρευ­να της Αρχής προ­κύ­πτουν βάσι­μες υπό­νοιες για τέλε­ση των αδι­κη­μά­των που συν­δέ­ο­νται με νομι­μο­ποί­η­ση εσό­δων από εγκλη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες, ο πρό­ε­δρος θα δια­τάσ­σει τη δέσμευ­ση των περιου­σια­κών στοι­χεί­ων των ελεγ­χό­με­νων προ­σώ­πων. Μετά το πέρας της εκά­στο­τε έρευ­νας η Μονά­δα θα απο­φα­σί­ζει αν πρέ­πει να τεθεί η υπό­θε­ση στο αρχείο ή να παρα­πεμ­φθεί με αιτιο­λο­γη­μέ­νο πόρι­σμά της στον αρμό­διο εισαγ­γε­λέα, εφό­σον τα συλ­λε­γέ­ντα στοι­χεία κρί­νο­νται επαρ­κή για τέτοια παρα­πο­μπή. Υπό­θε­ση που αρχειο­θε­τή­θη­κε μπο­ρεί οπο­τε­δή­πο­τε να ανα­συρ­θεί για να συνε­χι­στεί η έρευ­να ή να συσχε­τι­στεί με οποια­δή­πο­τε άλλη έρευ­να της Αρχής.

3) Με το άρθρο 54 του προ­τει­νό­με­νου νομο­σχε­δί­ου τρο­πο­ποιεί­ται η παρά­γρα­φος 5 του άρθρου 8β’ τουκ.ν. 2190/1920 και προ­βλέ­πε­ται ότι οι ανώ­νυ­μες μετο­χές εται­ρειών μη εισηγ­μέ­νων στο Χρη­μα­τι­στή­ριο, καθώς και τα δικαιώ­μα­τα αγο­ράς αυτών θα μετα­βι­βά­ζο­νται με συμ­βο­λαιο­γρα­φι­κό έγγρα­φο ή ιδιω­τι­κό έγγρα­φο βεβαί­ας χρο­νο­λο­γί­ας. Το έγγρα­φο αυτό θα πρέ­πει να δια­βι­βά­ζε­ται εντός μηνός στην εται­ρεία και να δια­τη­ρεί­ται στο αρχείο της για του­λά­χι­στον 5 έτη από τη μετα­βί­βα­ση των μετο­χών ή των δικαιω­μά­των αγο­ράς αυτών.

4) Με το άρθρο 3 του νομο­σχε­δί­ου, προ­στί­θε­ται στα βασι­κά αδι­κή­μα­τα που νοού­νται ως «εγκλη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες» συν­δε­ό­με­νες με «ξέπλυ­μα χρή­μα­τος» και η «εμπο­ρία επιρ­ρο­ής», καθώς και «η δωρο­λη­ψία και δωρο­δο­κία στον ιδιω­τι­κό τομέα».

Σύμ­φω­να εξάλ­λου με άλλες δια­τά­ξεις του νομο­σχε­δί­ου:

- Νομι­μο­ποί­η­ση εσό­δων από εγκλη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες (ξέπλυ­μα χρή­μα­τος) συνι­στούν οι ακό­λου­θες πρά­ξεις:

α) Η μετα­τρο­πή ή μετα­βί­βα­ση περιου­σί­ας εν γνώ­σει του γεγο­νό­τος ότι προ­έρ­χε­ται από εγκλη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες ή από πρά­ξη συμ­με­το­χής σε τέτοιες δρα­στη­ριό­τη­τες με σκο­πό την από­κρυ­ψη ή συγκά­λυ­ψη της παρά­νο­μης προ­έ­λευ­σής της ή την παρο­χή συν­δρο­μής σε οποιον­δή­πο­τε ενέ­χε­ται στις δρα­στη­ριό­τη­τες αυτές, προ­κει­μέ­νου να απο­φύ­γει τις έννο­μες συνέ­πειες των πρά­ξε­ων του.

β) Η από­κρυ­ψη ή συγκά­λυ­ψη της αλή­θειας με οποιο­δή­πο­τε μέσο ή τρό­πο, όσον αφο­ρά στη φύση, προ­έ­λευ­ση, διά­θε­ση, δια­κί­νη­ση ή χρή­ση περιου­σί­ας ή στον τόπο όπου αυτή απο­κτή­θη­κε ή ευρί­σκε­ται ή στην κυριό­τη­τα επί περιου­σί­ας ή σχε­τι­κών με αυτή δικαιω­μά­των, εν γνώ­σει του γεγο­νό­τος ότι η περιου­σία αυτή προ­έρ­χε­ται από εγκλη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες ή από πρά­ξη συμ­με­το­χής σε τέτοιες δρα­στη­ριό­τη­τες.

γ) Η από­κτη­ση, κατο­χή ή χρή­ση περιου­σί­ας, εν γνώ­σει, κατά τον χρό­νο της κτή­σης ή της δια­χεί­ρι­σης, του γεγο­νό­τος ότι η περιου­σία προ­έρ­χε­ται από εγκλη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες ή από πρά­ξη συμ­με­το­χής σε τέτοιες δρα­στη­ριό­τη­τες.

δ) Η χρη­σι­μο­ποί­η­ση του χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού τομέα με την τοπο­θέ­τη­ση σε αυτόν ή τη δια­κί­νη­ση μέσω αυτού εσό­δων που προ­έρ­χο­νται από εγκλη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες, με σκο­πό να προσ­δο­θεί νομι­μο­φά­νεια στα εν λόγω έσο­δα.

ε) Η σύστα­ση οργά­νω­σης ή ομά­δας δύο του­λά­χι­στον ατό­μων για τη διά­πρα­ξη μιας ή περισ­σό­τε­ρων από τις πρά­ξεις που ανα­φέ­ρο­νται στα παρα­πά­νω στοι­χεία α’ έως δ’ και η συμ­με­το­χή σε τέτοια οργά­νω­ση ή ομά­δα.

- Νομι­μο­ποί­η­ση εσό­δων από εγκλη­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες υπάρ­χει και όταν οι δρα­στη­ριό­τη­τες από τις οποί­ες προ­έρ­χε­ται η προς νομι­μο­ποί­η­ση περιου­σία έλα­βαν χώρα στο έδα­φος άλλου κρά­τους, εφό­σον αυτές θα ήταν βασι­κό αδί­κη­μα αν δια­πράτ­το­νταν στην Ελλά­δα και θεω­ρού­νται αξιό­ποι­νες σύμ­φω­να με τη νομο­θε­σία του κρά­τους αυτού.

*Οι από­ψεις του ιστο­λο­γί­ου δεν συμπί­πτουν απα­ραί­τη­τα με το περιε­χό­με­νο του άρθρου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας